γαλήνιος

γᾰλήν-ιος, ον,
A = γαληνός, Luc.Halc.2.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γαλήνιος — masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλήνιος — α, ο (AM γαλήνιος, ον) ατάραχος, ήρεμος …   Dictionary of Greek

  • γαλήνιος — [ галиниос] εκ. тихий, спокойный, безмятежный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • γαλήνιος — α, ο ο ήρεμος, ο ατάραχος, ο πράος, ο ακύμαντος: Το πρόσωπό του έχει πάντα μια γαλήνια έκφραση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γαληνίως — γαλήνιος adverbial γαλήνιος masc/fem acc pl (doric) γαληνής adverbial (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλήνιον — γαλήνιος masc/fem acc sg γαλήνιος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαληνίοις — γαλήνιος masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαληνίου — γαλήνιος masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαληνίους — γαλήνιος masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαληνίων — γαλήνιος masc/fem/neut gen pl γαληνής masc/fem/neut gen pl (doric) γαληνιάω to be calm imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) γαληνιάω to be calm imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαληνίῳ — γαλήνιος masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.